Οι εισπράξεις από υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 18 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2021-2025, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που παρουσίασε ο διοικητής της, Γιάννης Στουρνάρας, σε ομιλία του στην Aegean Baltic Bank στις 5 Νοεμβρίου 2026.

Η συμβολή της ναυτιλίας

Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 8,2% του ΑΕΠ και σχεδόν στο 40% των συνολικών εισπράξεων από υπηρεσίες. Οι καθαρές εισπράξεις, μετά την αφαίρεση των αντίστοιχων πληρωμών, διαμορφώθηκαν σε περίπου 6,6 δισ. ευρώ τον χρόνο και κάλυψαν σχεδόν το ένα πέμπτο του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών.

Το 2022 οι ακαθάριστες εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές έφτασαν στο ιστορικό υψηλό των 21 δισ. ευρώ. Κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026 καταγράφηκε αύξηση περίπου 15% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που η Τράπεζα της Ελλάδος συνέδεσε κυρίως με την άνοδο των ναύλων στα δεξαμενόπλοια.

Ο ελληνόκτητος στόλος και η εγχώρια οικονομία

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ο ελληνόκτητος στόλος κατείχε το 2025 μερίδιο άνω του 16% της παγκόσμιας χωρητικότητας σε τόνους νεκρού βάρους. Παράλληλα, σχεδόν 3.000 πλοία τελούσαν υπό εμπορική διαχείριση από την Ελλάδα.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος επισήμανε, ωστόσο, ότι μόνο περίπου ένα στα δέκα ελληνόκτητα πλοία φέρει ελληνική σημαία. Ως βασικό περιορισμό για την ενίσχυση του ελληνικού νηολογίου ανέφερε την έλλειψη Ελλήνων ναυτικών.

Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι μεγαλύτερο μέρος της αξίας που παράγει η ελληνική ναυτιλία να παραμένει στην εγχώρια οικονομία. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που επικαλέστηκε δείχνουν ότι την περίοδο 2018-2022 η εγχώρια προστιθέμενη αξία αντιστοιχούσε περίπου στο 36% των συνολικών εξαγωγών θαλάσσιων μεταφορών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει στενότερη σύνδεση της ναυτιλίας με τα ναυπηγεία, τους λιμένες, τις επιχειρήσεις ναυτιλιακού εξοπλισμού, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, ώστε η διεθνής ισχύς του κλάδου να μεταφράζεται σε περισσότερες επενδύσεις και παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα.